Πώς η ενεργειακή πυκνότητα της δίαιτας συμβάλλει στη ρύθμιση του βάρους

09.12.2014

Το φαινόμενο της παχυσαρκίας είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού περιβαλλοντικών, συμπεριφοριστικών και γενετικών παραγόντων που επιδρούν στη δίαιτα, τη φυσική δραστηριότητα και το μεταβολισμό. Λόγω του υψηλού επιπολασμού της παχυσαρκίας παρατηρείται αυξημένο ενδιαφέρον για την ταυτοποίηση των παραγόντων που συνεισφέρουν όχι μόνο στην αύξηση του σωματικού βάρους αλλά και στην καλύτερη απώλεια βάρους ή στη διατήρηση του (1). Η ενεργειακή πυκνότητα είναι μια σχετικά νέα ιδέα που έχει αναγνωριστεί ως ένας σημαντικός παράγοντας στη ρύθμιση του σωματικού βάρους στους ενήλικες όπως και στα παιδιά.

Ως ενεργειακή πυκνότητα ορίζεται το ποσό της ενέργειας ανά μονάδα βάρους ενός τροφίμου ή ροφήματος/ποτού (kcal/g). Συνήθως υπολογίζεται μόνο από τα τρόφιμα μιας δίαιτας ή σε συνδυασμό τροφίμων και ποτών. Από τα συστατικά των τροφίμων, το λίπος αυξάνει την ενεργειακή πυκνότητα του τροφίμου περισσότερο απ’ ότι οι υδατάνθρακες ή πρωτεΐνες, ενώ το νερό και οι φυτικές ίνες μειώνουν την ενεργειακή πυκνότητα του τροφίμου προσθέτοντας βάρος χωρίς σχεδόν καθόλου ενέργεια. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ η αυξημένη πρόσληψη πυκνών ενεργειακά τροφίμων προωθεί την αύξηση του σωματικού βάρους (2). Συνιστάται μείωση της ενεργειακής πυκνότητας της δίαιτας ως μια βιώσιμη στρατηγική για την αναχαίτιση της παγκόσμιας επιδημίας της παχυσαρκίας. Παρόλο που οι δίαιτες χαμηλής ενεργειακής πυκνότητας φαίνεται να σχετίζονται με υψηλότερα διατροφικά κόστη(3). Στους ενήλικες σε βραχυπρόθεσμες διατροφικές μελέτες φαίνεται ότι η κατανάλωση τροφίμων χαμηλής ενεργειακής πυκνότητας οδηγεί σε μειωμένη ενεργειακή πρόσληψη και αυξημένο κορεσμό (4). Στα παιδιά, τα στοιχεία δείχνουν ότι η κατανάλωση ενεργειακά πυκνών τροφίμων μπορεί να οδηγήσει σε παθητική υπερκατανάλωση ενέργειας (5).

Η μείωση της ενεργειακής πυκνότητας μπορεί να γίνει με ποικιλία διατροφικών τεχνικών όπως με την αυξημένη κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, σούπας, σνακ χαμηλής ενεργειακής πυκνότητας, με μειωμένη πρόσληψη διαιτητικού λίπους ή ακόμα και με προσθήκη νερού.

Μια πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση τυχαιοποιημένων και προοπτικών μελετών υποστήριξε τη σχέση μεταξύ της ενεργειακής πυκνότητας και του σωματικού βάρους σε ενήλικες και παιδιά έτσι ώστε η υιοθέτηση διατροφικών σχημάτων χαμηλής ενεργειακής πυκνότητας μπορεί να είναι μια αποτελεσματική στρατηγική για τη διαχείριση του σωματικού βάρους (6). Αντίστοιχα, τυχαιοποιημένες μελέτες επιβεβαίωσαν ότι η μείωση της ενεργειακής πυκνότητας συνδέεται σημαντικά με μεγαλύτερη απώλεια βάρους ακόμα και ένα χρόνο μετά (7,8). Οι Viskaal-van Dongen M et al. αντίθετα βρήκαν ότι η κατανάλωση σνακ υψηλής ενεργειακής πυκνότητας με το γεύμα οδήγησε σε αύξηση του σωματικού βάρους αλλά τα σνακ χαμηλής ενεργειακής πυκνότητας δεν είχαν καμία επίδραση σε αυτό (9).

Στοιχεία από προοπτικές μελέτες τεκμηριώνουν τη θετική συσχέτιση μεταξύ της χαμηλής ενεργειακής πυκνότητας και της μειωμένης αύξησης του σωματικού βάρους, του ΔΜΣ και της περιφέρειας μέσης. Πιο συγκεκριμένα σε παχύσαρκες γυναίκες παρατηρήθηκε θετική συσχέτιση μεταξύ της υψηλής ενεργειακής πυκνότητας και της αύξησης σωματικού βάρους σε σύγκριση με υπέρβαρες γυναίκες και αντίστροφη συσχέτιση σε νορμοβαρείς γυναίκες (10). Επιπρόσθετα, δύο χρόνια μετά την ολοκλήρωση προγράμματος απώλειας βάρους, οι γυναίκες κατάφεραν να διατηρήσουν την απώλεια βάρους ακολουθώντας δίαιτα χαμηλής ενεργειακής πυκνότητας (11).

Υπάρχουν μετρίως ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία από μελέτες σε παιδιά και εφήβους ότι παρατηρείται θετική συσχέτιση μεταξύ της ενεργειακής πυκνότητας μιας δίαιτας και της αυξημένης εμφάνισης της παχυσαρκίας. Κάτι που επιβεβαίωσαν οι McCaffrey TA et al. καθώς εξέτασαν τη συνεισφορά της ολικής ενεργειακής πυκνότητας στο κίνδυνο εμφάνισης παχυσαρκίας από την παιδική ηλικία στην εφηβεία (12). Καταλήγοντας ότι η κατανάλωση ενεργειακά πυκνών τροφίμων μπορεί να οδηγήσει σε παθητική υπερκατανάλωση ενέργειας (5).

Τα παραπάνω ευρήματα είναι σημαντικά βοηθήματα τόσο για την πρόληψη όσο και τη θεραπεία του υπέρβαρου και της παχυσαρκίας. Αν και οι μηχανισμοί για τη σχέση μεταξύ της ενεργειακής πυκνότητας και του βάρους δεν έχουν μελετηθεί πλήρως, έχει υποτεθεί ότι η μείωση της ενεργειακής πυκνότητας μπορεί να ενισχύσει τον κορεσμό και να συμβάλει στη μείωση της ενεργειακής πρόσληψης, επιτρέποντας στους καταναλωτές να το πραγματοποιούν με συνειδητή επιλογή τροφίμων πλούσιων σε θρεπτικά συστατικά. Σε ενήλικες, ευρήματα εργαστηριακών μελετών έδειξαν ότι η κατανάλωση ενός σνακ χαμηλής ενεργειακής πυκνότητας μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές μειώσεις στην ενεργειακή πρόσληψη σε ένα επόμενο γεύμα (13). Ωστόσο, η πιο πρόσφατη έρευνα έχει δείξει ότι τα παιδιά ανταποκρίνονται παρόμοια με τους ενήλικες στις μεταβολές της ενεργειακής πυκνότητας αλλά δεν αντισταθμίζουν με το ίδιο τρόπο ώστε να μειώνουν την ενεργειακή τους πρόσληψη (5). Συνεπώς, απαιτείται περισσότερη έρευνα για να κατανοήσουμε καλύτερα σε ποιο στάδιο ανάπτυξης η ενεργειακή πυκνότητα αρχίζει να διαφοροποιείται σε σχέση με την κατανάλωση της ενέργειας για τα παιδιά, επειδή μερικές έρευνες δείχνουν ότι η ικανότητα αντιστάθμισης εξασθενεί με την ηλικία. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη πώς η ενεργειακή πυκνότητα στην αρχή της ζωής μπορεί να προβλέψει τον έλεγχο της όρεξης και τη ρύθμιση της ενεργειακής πρόσληψης στη μετέπειτα ζωή.

Εν κατακλείδι, υπάρχουν ενδείξεις ότι η ενεργειακή πυκνότητα των τροφίμων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της βραχυπρόθεσμης ενεργειακής πρόσληψης στον άνθρωπο. Έχει φανεί ότι σε καθημερινή βάση οι άνθρωποι τείνουν να καταναλώνουν σταθερή ποσότητα τροφής (κατά βάρος ή όγκο). Ο όγκος της τροφής φαίνεται να επηρεάζει το κορεσμό μέσω διαφόρων μηχανισμών συμπεριλαμβανομένου και αυτών που σχετίζονται με γνωσιακή και αισθητηριακή πληροφόρηση, γαστρική διάταση και το ρυθμό γαστρικής εκκένωσης καθώς επίσης και με ορμονικά σήματα (14).

Σύμφωνα με τις Αμερικάνικες Διατροφικές Συστάσεις του 2010, η μελλοντική έρευνα για τη διαχείριση βάρους πρέπει να επικεντρωθεί περισσότερο στις διατροφικές συνήθειες και όχι σε μεμονωμένα τρόφιμα ή ομάδες τροφίμων. Μια δίαιτα χαμηλής ενεργειακής πυκνότητας χαρακτηρίζεται από σχετικά υψηλή κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, δημητριακών ολικής αλέσεως, άπαχης ζωικής πρωτεΐνης και χαμηλή κατανάλωση συνολικού λίπους, κορεσμένου λίπους, πρόσθετων σακχάρων (15) κάτι που συνιστά υψηλή διατροφική ποιότητα. Ωστόσο, υπάρχει ανάγκη για πιο αποτελεσματικές στρατηγικές με στόχο οι καταναλωτές να καταλάβουν:

i. τι σημαίνει η ενεργειακή πυκνότητα και πώς σχετίζεται με το σωματικό βάρος,

ii. πώς μπορεί να εκτιμηθεί η ενεργειακή πυκνότητα στα τρόφιμα με βάση τις διατροφικές ετικέτες,

iii. πώς να μειωθεί η ενεργειακή πυκνότητα μιας δίαιτας και τέλος

iv. πώς να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα η απώλεια βάρους μετά από υιοθέτηση δίαιτας χαμηλής ενεργειακής πυκνότητας.

 

Δέδε Βασιλική

Κλινική Διαιτολόγος – Διατροφολόγος MSc

 

 

Βιβλιογραφία

1. B.JRolls The relationship between dietary energy density and energy intake. Physiology & Behavior 97 (2009) 609-615.

2. World Health Organization Diet, Nutrition and the Prevention of Chronic Diseases World Health Organization, Geneva, Switzerland (2003) (WHO Technical Report Series, No. 916)

3. A. Drewnowski, S.E. Specter Poverty and obesity: The role of energy density and energy costs Am J Clin Nutr, 79 (2004), pp. 6–16

4. Rolls BJ1, Roe LS, Meengs JS Reductions in portion size and energy density of foods are additive and lead to sustained decreases in energy intake.. Am J Clin Nutr. 2006 Jan;83(1):11-7.

5. Leahy KE , Birch LL , Rolls BJ . Reducing the energy density of an entree decreases children’s energy intake at lunch . J Am Diet Assoc . 2008;108(1):41–48

6. Rafael Pérez-Escamilla, Julie E. Obbagy, Jean M. Altman, Eve V. Essery, Mary M. McGrane, Yat Ping Wong, Joanne M. Spahn, Christine L. Williams Dietary Energy Density and Body Weight in Adults and Children: A Systematic Review Journal of the Academy of Nutrition and Dietetics – May 2012 (Vol. 112, Issue 5, Pages 671-684.

7. de Oliveira MC , Sichieri R , Venturim Mozzer R . A low-energy-dense diet adding fruit reduces weight and energy intake in women . Appetite . 2008;51(2):291–295

8. Saquib N , Natarajan L , Rock CL , et al. The impact of a long-term reduction in dietary energy density on body weight within a randomized diet trial . Nutr Cancer . 2008;60(1):31–38

9. Viskaal-van Dongen M , Kok FJ , de Graaf C . Effects of snack consumption for 8 weeks on energy intake and body weight . Int J Obes (Lond) . 2010;34(2): 319-226

10. Iqbal SI , Helge JW , Heitmann BL . Do energy density and dietary fiber influence subsequent 5-year weight changes in adult men and women? . Obesity (Silver Spring) . 2006;14(1):106–114

11. Greene LF , Malpede CZ , Henson CS , Hubbert KA , Heimburger DC , Ard JD . Weight maintenance 2 years after participation in a weight loss program promoting low-energy density foods . Obesity (Silver Spring) . 2006;14(10):1795–1801

12. McCaffrey TA , Rennie KL , Kerr MA , et al. Energy density of the diet and change in body fatness from childhood to adolescence; is there a relation? . Am J Clin Nutr . 2008;87(5):1230–1237

13. Rolls BJ, Roev LS, Meengs JS. Salad and satiety: Energy density and portion size of a first-course salad affect energy intake at lunch. J Am Diet Assoc. 2004;104(10):1570-1576

14. Tanja V.E. Kral, Barbara J. Rolls Energy density and portion size: their independent and combined effects on energy intake. Physiology & Behavior 82 (2004) 131– 138

15. Dietary Guidelines for Americans, 2010. 7th ed. Washington, DC: US Government Printing Office; 2010