Η Παγκόσμια Ημέρα για τις Συγγενείς Καρδιοπάθειες, στις 14 Φεβρουαρίου 2026, σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της Εβδομάδας Ευαισθητοποίησης (7-14 Φεβρουαρίου 2026), η οποία διεθνώς αφιερώνεται σε δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για τις συγγενείς καρδιοπάθειες. Στόχος είναι η δημόσια ενημέρωση, η ανάδειξη και η ενίσχυση της ορατότητας των ατόμων που ζουν με συγγενείς καρδιοπάθειες, η υποστήριξη των οικογενειών τους και η προώθηση της επιστημονικής έρευνας.
Επιπολασμός και Κλινική Ταξινόμηση των Συγγενών Καρδιοπαθειών
Οι συγγενείς καρδιοπάθειες (Congenital Heart Diseases – CHD) αποτελούν τις συχνότερες συγγενείς ανωμαλίες παγκοσμίως, με επίπτωση που εκτιμάται περίπου στο 0,8-1,2% των ζώντων γεννήσεων. Ταξινομούνται σε:
Δυσθρεψία και παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί στα παιδιά με CHD
Σε περίπου 30% των παιδιών με συγγενείς καρδιοπάθειες (CHD) εμφανίζεται δυσθρεψία, λόγω μειωμένης διαιτητικής πρόσληψης, αυξημένων ενεργειακών αναγκών, διαταραγμένης αιμάτωσης του γαστρεντερικού συστήματος και καθυστερημένης ανάπτυξης των στοματοκινητικών δεξιοτήτων. Επιπλέον, τα νεογνά και τα βρέφη που υποβάλλονται σε καρδιοχειρουργική επέμβαση, με ή χωρίς καρδιοπνευμονική παράκαμψη, εμφανίζουν συχνά έντονη φλεγμονώδη αντίδραση, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένο καταβολισμό και αντίσταση στην ινσουλίνη.
Η Σημασία της Έγκαιρης Διατροφικής Παρέμβασης
Η δυσθρεψία μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές μακροπρόθεσμες επιπλοκές, όπως καθυστέρηση της σωματικής ανάπτυξης και αυξημένη θνησιμότητα. Ως εκ τούτου, η διατροφική υποστήριξη αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στη συνολική φροντίδα των παιδιών με συγγενείς καρδιοπάθειες. Η πρώιμη ανίχνευση του διατροφικού κινδύνου, η συστηματική διατροφική αξιολόγηση και η εξατομικευμένη διατροφική παρέμβαση έχουν αποδειχθεί ότι βελτιώνουν τα κλινικά αποτελέσματα, συμβάλλοντας στην επαρκή πρόσληψη βάρους, στη μείωση των επιπλοκών και στη βέλτιστη προεγχειρητική προετοιμασία.
Συστάσεις για την αξιολόγηση και τη διατροφική υποστήριξη παιδιών με βαριά κλινική εικόνα έχουν δημοσιευθεί από επιστημονικές εταιρείες στους τομείς της κλινικής διατροφής, της παιδιατρικής καρδιολογίας και της εντατικής θεραπείας. Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές δεν εστιάζουν ειδικά στις συγγενείς καρδιοπάθειες. Πρόσφατα, δημοσιεύθηκαν εξειδικευμένες κατευθυντήριες οδηγίες, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, από την Ισπανική Παιδιατρική Εταιρεία και από ομάδα επιστημόνων του Κινεζικού Ιατρικού Συλλόγου, με στόχο την τυποποίηση της διατροφικής υποστήριξης παιδιών με CHD.
Ανίχνευση Διατροφικού Κινδύνου
Συστήνεται η ανίχνευση του διατροφικού κινδύνου να πραγματοποιείται από επαγγελματίες υγείας (εκτός του/της διαιτολόγου) εντός 24 ωρών από την εισαγωγή, με τη χρήση έγκυρων εργαλείων διαλογής διατροφικού κινδύνου, όπως τα STRONGkids, STAMP ή PNSS. Σε περίπτωση νοσηλείας διάρκειας άνω των δύο εβδομάδων, η ανίχνευση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται σε εβδομαδιαία βάση.
Σύμφωνα με το πρόσφατο consensus της Ισπανικής Παιδιατρικής Εταιρείας, τα παιδιά με συγγενείς καρδιοπάθειες που χαρακτηρίζονται ως υψηλού διατροφικού κινδύνου θα πρέπει να παραπέμπονται άμεσα σε Παιδιατρικό Τμήμα Διατροφής για εξειδικευμένη αξιολόγηση, χωρίς να είναι απαραίτητη η τεκμηριωμένη απώλεια βάρους ή η διάγνωση δυσθρεψίας.
Ως υψηλού διατροφικού κινδύνου θεωρούνται τα παιδιά με σοβαρούς καρδιολογικούς ή εξωκαρδιολογικούς παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν την ενεργειακή πρόσληψη, τη σωματική ανάπτυξη ή/και την ικανότητα σίτισης.
Διατροφική Αξιολόγηση
Η διατροφική αξιολόγηση βασίζεται σε ανθρωπομετρικά δεδομένα, όπως το σωματικό βάρος, το ύψος/μήκος και οι δείκτες z-score (βάρος-για-ηλικία, ύψος-για-ηλικία, βάρος-για-ύψος). Παράλληλα, περιλαμβάνει εκτίμηση των διατροφικών αναγκών, της καρδιακής λειτουργίας και της ικανότητας σίτισης του παιδιού.
Συστήνεται η αξιολόγηση να πραγματοποιείται αρχικά σε εβδομαδιαία βάση, στη συνέχεια ανά δεκαπενθήμερο και, εφόσον η κλινική κατάσταση είναι σταθερή, σε μηνιαία βάση. Σε περιπτώσεις υψηλού διατροφικού κινδύνου, η συνιστώμενη συχνότητα αξιολόγησης είναι τουλάχιστον μία φορά εβδομαδιαίως.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διεπιστημονική προσέγγιση, με τη συνεργασία παιδοκαρδιολόγου, παιδιάτρου, διαιτολόγου και λογοθεραπευτή/τριας, προκειμένου να διασφαλιστεί η ολοκληρωμένη φροντίδα του παιδιού.
Ενεργειακές Ανάγκες
Οι ενεργειακές ανάγκες των παιδιών με συγγενείς καρδιοπάθειες βασίζονται στις συστάσεις για υγιή βρέφη και παιδιά, με ανάλογη εξατομικευμένη προσαρμογή, ανάλογα με την κλινική κατάσταση και τον βαθμό διατροφικού κινδύνου.
Συγκεκριμένα, προτείνεται:
Προτεινόμενα επίπεδα ενεργειακής χορήγησης:
Πρωτεϊνικές Ανάγκες
Οι πρωτεϊνικές ανάγκες των παιδιών με συγγενείς καρδιοπάθειες καθορίζονται από τη βαρύτητα της υποκείμενης νόσου, τη μεταβολική επιβάρυνση και τον βαθμό διατροφικού κινδύνου.
Σε παιδιά με σοβαρή CHD, συνυπάρχουσα δυσθρεψία και αυξημένο μεταβολικό stress, συστήνεται πρωτεϊνική πρόσληψη προς το ανώτερο εύρος των παραπάνω συστάσεων, με στενή παρακολούθηση της ανοχής στη σίτιση και τακτική αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας.
Από του Στόματος Σίτιση και Ενεργειακή Ενίσχυση
Η σίτιση από το στόμα αποτελεί την οδό επιλογής για τη χορήγηση τροφής σε βρέφη και παιδιά με συγγενείς καρδιοπάθειες (CHD), τα οποία είναι αιμοδυναμικά σταθερά. Θα πρέπει να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για τη διατήρηση και υποστήριξη του μητρικού θηλασμού. Όταν ο μητρικός θηλασμός δεν είναι εφικτός ή επαρκής, συστήνεται η χρήση συμβατικής βρεφικής φόρμουλας. Σε περιπτώσεις δυσαπορρόφησης, ενδείκνυται η χορήγηση ημιστοιχειακής βρεφικής φόρμουλας.
Για την αύξηση της ενεργειακής πυκνότητας της δίαιτας, μπορούν να εφαρμοστούν οι ακόλουθες παρεμβάσεις:
Γενικά, η συνολική από του στόματος πρόσληψη υγρών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 165 mL/kg/ημέρα, ενώ η πρόσληψη νατρίου συνιστάται να μην ξεπερνά τα 2,2–3 mEq/kg/ημέρα.
Εντερική και Παρεντερική Διατροφή
Η τοποθέτηση ρινογαστρικού σωλήνα ενδείκνυται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
Εφόσον είναι ανεκτή, συστήνεται να προτιμάται η bolus χορήγηση έναντι της συνεχούς σίτισης, ενώ η παρεντερική οδός χορήγησης ενδείκνυται μόνο όταν το γαστρεντερικό σύστημα είναι μη λειτουργικό, απρόσιτο ή ανεπαρκές για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών.
Ο Ρόλος των Διαιτολόγων-Διατροφολόγων
Η διατροφική υποστήριξη των παιδιών με συγγενείς καρδιοπάθειες αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της θεραπευτικής τους αντιμετώπισης. Ο/Η διαιτολόγος-διατροφολόγος έχει καθοριστικό ρόλο στην ανίχνευση του διατροφικού κινδύνου, στην αξιολόγηση της κατάστασης θρέψης, στον σχεδιασμό εξατομικευμένης παρέμβασης και στη συστηματική παρακολούθηση. Η οργανωμένη και τεκμηριωμένη διαιτολογική φροντίδα συμβάλλει ουσιαστικά στη βελτίωση των κλινικών εκβάσεων και της πρόγνωσης, στο πλαίσιο της διεπιστημονικής ομάδας υγείας.
Βιβλιογραφία
Centeno-Malfaz F, Moráis-López A, Caro-Barri A, Peña-Quintana L, Gil-Villanueva N, Redecillas-Ferreiro S, et al. Nutrition in congenital heart disease: consensus document. An Pediatr (Barc). 2023;98(5):373-383. doi:10.1016/j.anpede.2023.02.022
Beerman LB. Overview of congenital cardiovascular anomalies. In: MSD Manual Professional Edition [Internet]. MSD Manuals; 2025 [cited 2026 Feb].
Kołodziej M, Skulimowska J. A systematic review of clinical practice guidelines on the management of malnutrition in children with congenital heart disease. Nutrients. 2024;16(16):2778. doi:10.3390/nu16162778
Mo X, Cai W, Qi J, Xu Z, Wang Y, Yan W, et al. Expert consensus on nutritional support for children with congenital heart disease (2023 edition). Congenit Heart Dis. 2023;18(6):571-590. doi:10.32604/chd.2024.048939